Website Builder

Υποδηματοποιείο Κονιός


Το υποδηματοποιείο Κονιός λειτουργούσε από το έτος 1918 στα Ανώγεια της Κρήτης και ξεκίνησε από τον Χρόνη Κονιό. Στην συνέχεια τον διαδέχτηκε ο γιος του Βασίλης σε ηλικία μόλις 15 χρονών και τα τελευταία χρόνια λειτουργεί από τον εγγονό τού Χρόνη και γιο του Βασίλη, Πολυχρόνη στην Αγία Μαρίνα στο Ηράκλειο.

Χειροποίητα

Το υποδηματοποιείο ασχολείται αποκλειστικά με την κατασκευή παραδοσιακών κρητικών χειροποίητων μποτών (στιβάνια) εξ’ ολοκλήρου δερμάτινα, κατόπιν παραγγελίας των ενδιαφερομένων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα στιβάνια είναι υποδήματα που κατασκευάζονται αποκλειστικά στην Κρήτη και ο τρόπος κατασκευής τους είναι μοναδικός. Κάθε ζευγάρι μπορεί να το φορέσει μόνο αυτός που το έχει παραγγείλει γιατί φτιάχνετε αποκλειστικά στα δικά του μέτρα.

Τα στιβάνια χωρίζονται σε δύο βασικά είδη : Τα μονοκόμματα και τα κομματιαστά.

Τα μονοκόμματα κατασκευάζονται από ένα και μόνο κομμάτι δέρμα με κατάλληλη επεξεργασία πάνω σε ξύλινο καλούπι που έχει την μορφή του ποδιού. Τα μονοκόμματα στιβάνια πρωτο-κατασκευάστηκαν από τον Βασίλη Κονιό το 1958 στα Ανώγεια.

Τα κομματιαστά στιβάνια κατασκευάζονται από δύο κομμάτια δέρμα ένα για τη γάμπα και ένα για το κάτω μέρος του ποδιού με αντίστοιχη διαδικασία.

Παράδοση

Πιστοί στην παράδοση προσπαθούμε να διατηρήσουμε το υπέροχο αυτό υπόδημα το οποίο έχει συνδεθεί με την περήφανη φορεσιά και λεβεντιά των Κρητικών.
Τα στιβάνια υπήρξαν ανέκαθεν ο μεγαλύτερος σύμμαχος των Ανωγειανών κτηνοτρόφων στα όρη του Ψηλορείτη, λόγω της μεγάλης αντοχής τους και της προστασίας που προσφέρουν. 

Υψηλή Ποιότητα

Με το πέρασμα του χρόνου έχουμε ανάγει τα στιβάνια σε υπόδημα υψηλής ποιότητας και αισθητικής χάρη στην βοήθεια των φανατικών θαυμαστών του που τα τελευταία χρόνια δεν είναι μόνο Ανωγειανοί και κατ’ επέκταση κρητικοί αλλά άνθρωποι από κάθε γωνιά του κόσμου. Αυτό μας έχει κάνει υπερήφανους για την δουλεία μας και μας δίνει κουράγιο για να συνεχίσουμε με μεράκι και αγάπη προσφέροντας το καλύτερο που μπορούμε.

Το παλιό τζαγκάρικο

Από τα πολύ διαδεδομένα πάρεργο επαγγέλματα ήταν το τεχνικό επάγγελμα του τσαγκάρη, που ασκούνταν επί μακρό διάστημα υπό τη μορφή οικοτεχνίας.
Για τη δημιουργία και λειτουργία τσαγκάρικου χρειάζονταν ορισμένα έπιπλα-σκεύη και εργαλεία είτε επρόκειτο περί οικοτεχνίας είτε περί αργοτο-βιοτεχνίας. Τα στοιχειώδη έπιπλα και σκεύη του τσαγκάρικου ήταν οι κοινές καρέκλες που κάθιζαν ο τσαγκάρης και τα τσιράκια (καλφάδες-μαθητευόμενοι - βοηθοί), ο μπάγκος του ένα ξύλινο έπιπλο σε σχήμα και μέγεθος τετράγωνο τραπεζιού τριγυρισμένο με ξύλινο περβάζι, που εξείχε προς τ απάνω, για να μην πέφτουν τα μικρούλικα και εργαλεία που τοποθετούνταν επάνω και χωρισμένο στις γωνιές με εξέχον ξύλινο κορδόνι για να μπαίνουν στα σχηματιζόμενα κενά τρίγωνα χωριστά τα διάφορα μικρούλικα, που χρησιμοποιούσαν συνεχώς μάστορας και βοηθοί κατά την ώρα της δουλειάς δηλ. οι ξυλόμπροκες, τα τελάκια, τα ζαγάρια και οι βιδόμπροκες.

Πάνω στον πάγκο υπήρχαν σουβλιά και τζαγκαροβελόνες στη διάθεση του τσαγκάρη και των βοηθών του για να ράβουν τα πανωδέρματα της καλίκωσης. Υπήρχαν ακόμη σφυριά και κατσαμπρόκοι (μικρά καρφάκια περασμένα μέσα από πέτσινο κεφάλι) για να ανοίγουν τις τρύπες στο κατώπετσο, από όπου περνούσαν οι ξυλόμπροκες, με τις οποίες γίνονταν η προσαρμογή και η στερέωση του κατώπετσου πάνω στην καλίκωση. Πλάι και κοντά στον πάγκο υπήρχε το μαστέλο γεμάτο νερό, όπου έβαζε τα πετσιά και τις χοντρές βακέτες να παλύνουν (μαλακώσουν) για ευκολία στην παραπέρα επεξεργασία. Σε ράφια ή σε κούτελα ραφιών ήσαν τοποθετημένα ή κρέμονταν σε σχετικά μεγάλο αριθμό τα καλαπόδια για να μπορεί να βρίσκεται κάθε φορά το καλαπόδι, που αντιστοιχούσε στο ξαμάρι (στα μέτρα) του κάθε πελάτη. Κοντά στα καλαπόδια υπήρχαν και τα σκουπιά μακρύτερα ξύλα ειδικά επεξεργασμένα, που χρησιμοποιούνταν στο φορμάρισμα του καλαμιού (γάμπας) του στιβανιού.

Όταν τελείωνε και η φάση αυτή ολόκληρο το μεσοκατασκευασμένο στιβάνι περνούσε από τα σκουπιά και ακολουθούσε ύστερα το καλαπόδιασμα και το μοντάρισμα του. Κατά το καλαπόδιασμα ο τσαγκάρης εύρισκε πρώτα τα καλαπόδια που αντιστοιχούσαν στο ξαμάρι (μέτρα ποδιού) του πελάτη και κατόπιν τα προσάρμοζε στα μεσοξετελεμένα στιβάνια κι ύστερα τοποθετούσε εσωτερικά από τα πανωδέρματα των μουζακιών και πάνω στα καλαπόδια τους πιο φτενούς πέτσινους πάτους τω στιβανιών. Ύστερα από το καλαπόδιασμα ακολουθούσε το μοντάρισμα με την προσθήκη της πέτσινης σόλας πάνω στο καλαποδιασμένο στιβάνι. Κατόπιν έπαιρνε ολόκληρο το στιβάνι το στερέωνε με το κατώχι στο γόνατο του με τον πάτο προς τα πάνω και με τη βοήθεια του σφυριού και του κατσαμπρόκου κάρφωνε τις ξυλόμπροκες γύρο-γύρο της σόλας και έτσι γινόταν όλα ένα σώμα. Όταν τελείωνε το κάρφωμα της σόλας έμπαινε το ντακούνι και ακολουθούσε το ξεκαλαπόδιασμα με το γάντζο ένα μικρό εργαλείο που έπιανε το καλαπόδι από την τρύπα που είχε πάνω από τη φτέρνα και το τραβούσε προς τα πάνω και έξω. Μετά το ξεκαλαπόδιασμα εξύνετο ο εσωτερικός πάτος του στιβανιού με τη ράσπα, που ξυλοφάγιζε τις ξυλόμπροκες που εξείχαν. Κατόπιν με τη φαλτσέτα συγκούριζε τη σόλα από γύρου-γύρου και πελεκούσε από πάνω τις εξέχουσες ξυλόμπροκες. Ύστερα με το λαμπούγιο ένα ξύλινο σκληρό μπιμπικωτό εργαλείο ξεχώριζε τη σόλα από το επανώδερμα του στιβανιού και μετά απ αυτό γίνονταν το λουστράρισμα της σόλας με το λυσάκη ξύλινο και αυτό σκληρό εργαλείο, που χουφτωνόταν κατά το χειρισμό του και που είχε στις άκρες ένα είδος σκάλας ώστε να ανταποκρίνεται στο πάχος της κάθε είδους σόλας. Και με το λουστράρισμα της σόλας το στιβάνι ήταν έτοιμο.


Visitors visitors.